σε

Έρχεται βαρύς χειμώνας: Η Ιστορία μας διδάσκει πώς αντιμετώπισαν οι νοικοκυρές την ανέχεια του 1942 – Τι έτρωγαν, τι έπιναν, πώς ζεσταίνονταν1 λεπτό ανάγνωσης

Από τον χειμώνα του ’42 στον χειμώνα του ’22. Ανέχεια τότε, οιωνοί για ανέχεια και τώρα. Τι κάνουμε; Οι νοικοκυρές ξέρουν καλύτερα και μας διδάσκουν από το παρελθόν.

Τα μηνύματα των καιρών είναι ζοφερά. Κάποιος υπουργός πριν από την καλοκαιρινή ραστώνη έριξε μια «χιονόμπαλα»: «Η Ευρώπη και η Ελλάδα, εισέρχονται στον πιο δύσκολο χειμώνα από το 1942»… Και για να το λέει, κάτι θα γνωρίζει περισσότερο από τους αποχαυνωμένους τηλεθεατές, που βυθίστηκαν με το έμπα του φθινοπώρου στις αμέτρητες σειρές μυθοπλασίας στους δέκτες τους κι άσε τον «χειμώνα του 42» να τρέχει μόνος…

Λοιπόν, ας μην αναφερθούμε αρχικά στην Ελλάδα, που πεινούσε κυριολεκτικά και σερνόταν στο θάνατο, αλλά στη Βρετανία τον χειμώνα του ’42 – με τους Ναζί να είναι ένα βήμα από το Μεγάλο Νησί – με τις νοικοκυρές να μένουν σπίτι, ακούγοντας τον τρομακτικό κρότο των βομβών να γκρεμίζουν όνειρα και οικοδομικά τετράγωνα. Και τι έκαναν; Οικονομία!

Ναι οικονομία. Η Μεγάλη Ύφεση τέλειωνε πάνω που άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Και να το πάμε στις μέρες μας; Η Οικονομική Κρίση (τουλάχιστον στην Ελλάδα) τέλειωνε πάνω που άρχισε ο πόλεμος στα βόρεια της Ευρώπης…

Οι νοικοκυρές της Βρετανίας, λοιπόν, προσπαθήσαν με την εφευρετικότητά τους να κρατήσουν το χαμόγελο στην οικογένειά τους.
Μήπως να διαβάσουμε τι έκαναν, γιατί – άνθρωποι είμαστε – η Ιστορία μπορεί να μας βρει αδιάβαστους και να μας αφήσει νηστικούς και με το τηλεκοντρόλ στο χέρι;
Λοιπόν. Σε περιόδους ανέχειας των βασικών αγαθών, η παροχή ενός χορταστικού οικογενειακού γεύματος ήταν η κορυφαία προτεραιότητα για μια νοικοκυρά. Εκτός από την προσθήκη φασολιών, ρυζιού, ψωμιού ή κρεμμυδιών για να μαγειρέψουν ένα γεύμα, οι νοικοκυρές της δεκαετίας του 1940 είχαν διάφορες έξυπνες μεθόδους για να κάνουν το λίγο το φαγητό να πολλαπλασιαστεί, να φτουρήσει που λέγαν οι γιαγιάδες μας, και να αναπληρώσουν τα αγαθά, τα τρόφιμα στην προκειμένη περίπτωση που έλλειπαν.

 

Στις μέρες μας, έχουμε μια τεράστια ποικιλία ελαίων που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για τηγάνισμα και μαγείρεμα. Αλλά στη δεκαετία του 1940, το βούτυρο ήταν το κύριο λίπος που χρησιμοποιούσαν για το μαγείρεμα για το τηγάνισμα και για το άλειμμα στο ψωμί. Η Ελλάδα είχε το ελαιόλαδο, ή πιο σωστά οι μαυραγορίτες το ‘χαν, και έκαναν τα κουμάντα της όμως… Μέχρι τα Χριστούγεννα του 1942, υπήρχε σοβαρή έλλειψη βουτύρου στην Αμερική. Για να φθάσει και να περισσέψει αυτό το πολύτιμο συστατικό, οι νοικοκυρές πρόσθεταν λάδι και αλάτι σε ένα κιλό βούτυρο και τα ανακάτευαν. Αυτός ο τρόπος πολλαπλασίαζε το βούτυρο.

Η ζάχαρη επίσης, ήταν ένα άλλο συστατικό που σε περιόδους κρίσης παρουσίαζε έλλειψη. Οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν όσο λιγότερο ζάχαρη μπορούσαν κατά το ψήσιμο ή το μαγείρεμα, συμπληρώνοντας μέλι ή σπιτικές μαρμελάδες για να καλύψουν το έλλειμμα. Οι πουτίγκες και τα κέικ παρασκευάζονταν περισσότερο με βάση τα φρούτα. Τα καρότα, επίσης, χρησιμοποιήθηκαν στη ζαχαροπλαστική επειδή έχουν γλυκιά γεύση.

Και ψωμί σπιτίσιο…

Το ψωμί ακόμα, δεν αγοραζόταν από τα σούπερ μάρκετ ή από τους δεκάδες φούρνους της γειτονιάς όπως στα χρόνια μας, αλλά ψηνόταν στο σπίτι, που σήμαινε – τουλάχιστον – ότι δεν ήταν ξέχειλο από τα συντηρητικά όπως το σύγχρονο ψωμί. Οι νοικοκυρές στη δεκαετία του ‘40 δεν πετούσαν το ψωμί όταν μπαγιάτευε· το μετέτρεπαν σε τριμμένη φρυγανιά (που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε πολλές παρασκευές) ή θα το έκαναν κρουτόν. Αν ένα σπίτι διέθετε γάλα και αυγά, το μπαγιάτικο ψωμί γινόταν μια εύγευστη πουτίγκα.
Και επειδή το σταρένιο αλεύρι ήταν ανύπαρκτο τότε, το ψωμί φτιαχνόταν από οτιδήποτε ήταν διαθέσιμο: καλαμπόκι, κριθάρι, πατάτα, χαρούπια, βελανίδια αλεσμένα.

 

Ο καφές επίσης ήταν δυσεύρετος στα χρόνια του πολέμου. Τα καράβια με το μαγικό ρόφημα δεν έρχονταν από τη Νότια Αμερική και οι Ευρωπαίοι, και των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων, στερήθηκαν της απόλαυσης ενός ζεστού αρωματικού καφέ. Στην Αθήνα του ’40 κάποιοι ευρηματικοί παντοπώλες καβούρδιζαν ρεβίθια, τα άλεθαν στον μύλο και τα πωλούσαν για καφέ. Στην Βρετανία είχαν ανακαλύψει το κιχώριο, ένα χόρτο που θυμίζει ραδίκι με παρόμοια, ξυλώδη γεύση καφέ.

 

Να σημειώσουμε ότι στη Βρετανία, στα χρόνια του πολέμου, η χώρα γέμισε λαχανόκηπους και μικρά χωράφια, φυτεύτηκαν κηπευτικά ακόμα και μέσα σε πάρκα και μικρές αλάνες στις πόλεις. Τα λουλούδια αντικαταστάθηκαν από μαρούλια και λάχανα, και άρχισαν να φυτεύονται και οπωροφόρα δέντρα.
Η κυβέρνηση της Βρετανίας παρακινούσε τους κατοίκους των πόλεων να φτιάξουν κοτέτσια με κότες και πάπιες για να έχουν αυγά και κρέας και να εκτρέφουν κατσίκες και κουνέλια, ενώ άρχισαν να εμφανίζονται «λέσχες γουρουνιών» από ολόκληρες γείτονες που τάιζαν τα γουρούνια με τα άχρηστα περισσεύματα και, μόλις έσφαζαν ένα, μοιράζονταν το κρέας.

Και πάμε στον τόπο μας. Η Ελλάδα, εκείνες τις ζοφερές ημέρες έζησε πείνα παροιμιώδη. Η παραγωγή προϊόντων μειώθηκε δραματικά, ενώ δεν γίνονταν εισαγωγές.

Σταφίδες και ρετσίνα

 

Τα Χριστούγεννα του ’42, υπό κατοχή, οι Αθηναίοι έζησαν έναν βαρύ χειμώνα, από τους χειρότερους πολλών δεκαετιών σε συνδυασμό με τον λιμό που σάρωνε, κυρίως τις μεγάλες πόλεις. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας επιβίωσαν με ρετσίνα και σταφίδες, δύο προϊόντα που υπήρχαν σε αφθονία. Οι σταφίδες είχαν θέση παντού, ακόμα και στη φασολάδα και η σταφιδίνη ήταν το κύριο γλυκαντικό των γλυκών παρασκευασμάτων. Την ρετσίνα, που δεν εκτιμούσαν οι Γερμανοί, την κατανάλωναν άφθονα οι Αθηναίοι και αυτή τους πρόσφερε πολύτιμες θερμίδες.
«Η Αθηναία νοικοκυρά», γράφει η Ελένη Νικολαΐδου στο εξαιρετικό βιβλίο της «Οι Συνταγές της… Πείνας, η Ζωή στην Αθήνα την Περίοδο της Κατοχής» (2011 εκδ. ΚΨΜ), στην προσπάθειά της να γεμίσει την κατσαρόλα με κάτι που να τρώγεται σκέφτηκε και μαγείρεψε πορτοκαλόφλουδες και λεμονόφλουδες γιαχνί, νόστιμες, χορταστικές και αν δεν έχεις κάτι άλλο να φας, πεντανόστιμες! Τέλη Σεπτεμβρίου 1941 και οι Αθηναίες νοικοκυρές περιμένουν με αγωνία τις πρώτες βροχές για να βγουν και να μαζέψουν σαλιγκάρια. Το ίδιο σκηνικό κάθε φορά που υπάρχει υποψία έστω και για ένα σαλιγκάρι. Έτσι τα πρωινά του Μάρτη του 1942 στο Πεδίο του Άρεως μαζεύονται γυναίκες και προσπαθούν να βρουν σαλιγκάρια στην απέλπιδα προσπάθειά τους να βρουν λίγη τροφή. Οι Αθηναίες που κατοικούσαν κοντά σε λόφους έβγαιναν να μαζέψουν χόρτα για να φάνε. Και αυτά όμως δεν είναι πολλά, επειδή την ίδια σκέψη την είχαν κάνει κι άλλοι πολλοί.

Στα λαϊκά συσσίτια μοιραζόταν μαγειρεμένο μπομποτάλευρο, το οποίο ονομάζεται “κουρκούτι” ή “μπαζίνα”. Το κουρκούτι το παίρνουν οι Αθηναίοι και το χρησιμοποιούν με διάφορους τρόπους. Άλλοι παρασκευάζουν με το μπομποτάλευρο σκορδαλιά, άλλοι πουτίγκα με σταφίδες, άλλοι κέικ ή πολέντα και οι περισσότεροι σπανακόπιτα».

Αντί στα σκουπίδια, σούπα!

 

Κι αν τώρα εύκολα ένα μαραμένο λαχανικό ταξιδεύει στις χωματερές, τότε…
Πόσοι από εμάς κοιτάμε στο συρτάρι λαχανικών του ψυγείου μας και πιστεύουμε ότι το μπρόκολο έχει μαραθεί ή τα καρότα είναι λίγο μαλακά και τα πετάμε στα σκουπίδια; Αυτό δεν συνέβαινε ποτέ για τον νοικοκύρη της δεκαετίας του ‘40. Οποιαδήποτε λαχανικά είχαν περάσει τις καλύτερες μέρες του, θα μπορούσαν να γίνουν σούπα.

 

Οι μαυραγορίτες στα μεγάλα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας πουλούσαν γάτες για κουνέλια, αλογίσιο και γαϊδουρίσιο κρέας για βοδινό, σκυλίσιο για αρνί κι οι Αθηναίοι τα κατανάλωναν, πολλές φορές εν γνώσει τους, γιατί απλά πεινούσαν. Επίσης τα περιστέρια έσωσαν πολλές οικογένειες από τον λιμό.

 

Και πάμε στα θέματα που (ίσως) θα μας απασχολήσουν τον χειμώνα που κατεβαίνει βαρύς κι ανελέητος από τα… ουκρανικά πεδία των μαχών.
Χημικά και καύσιμα, το 1942 και μέχρι το τέλος του πολέμου, εξοικονομούνταν μόνο για τους στρατιώτες και όχι για οικιακή χρήση. Οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν ξύδι, μαγειρική σόδα, οδοντόκρεμα για να καθαρίσουν.
Για εξοικονόμηση ηλεκτρικού ρεύματος, όλοι στο σπίτι έσβηναν τα φώτα αφού έφευγαν από το δωμάτιο. Σε πολλές περιπτώσεις, μόνο ένα δωμάτιο στο σπίτι θερμαινόταν και όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν σε αυτό για ζεστασιά. Αυτό γίνεται σε πολλά σπίτια και στις μέρες μας!
Και μπορεί να ακούγεται λίγο ακραίο για τις σημερινές οικογένειες, αλλά σίγουρα η διασφάλιση ότι όλα τα φώτα, οι υπολογιστές και άλλα gadgets είναι απενεργοποιημένα θα βοηθούσε τόσο το περιβάλλον όσο και τον προϋπολογισμό μιας οικογένειας.

Μόνωση με εφημερίδες

 

Το φυσικό αέριο ήταν ανεπαρκές (να και ο χειμώνας του ’22…), έτσι περισσότεροι άνθρωποι ζεσταίνονταν από τζάκι και μαγκάλια. Κι αν πεις για καλοριφέρ πετρελαίου; Άστο καλύτερα. Για τις μετακινήσεις; Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούσαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή περπατούσαν. Εάν ήταν απαραίτητη η χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου (αυτά εκτός Ελλάδας), τότε οι άνθρωποι έκαναν κοινή χρήση αυτοκινήτου για να μοιράσουν τα έξοδα.

 

Η μόνωση του σπιτιού σήμερα είναι πολύ πιο προηγμένη από ό,τι ήταν στη δεκαετία του ‘40. Για να προσπαθήσουν να διατηρήσουν λίγη επιπλέον ζεστασιά στα σπίτια τους, οι οικογένειες μάζευαν εφημερίδες και τις κολλούσαν στους τοίχους ή στα παράθυρα για να κρατούν ζέστη ή να σταματήσουν τα ρεύματα.
Πήραμε μια γεύση από τον χειμώνα του ’42 που επικαλέστηκε ο Άδωνις Γεωργιάδης, αν δεν κάνουμε λάθος, έτσι για να έχουμε έναν μπούσουλα για τον χειμώνα του ’22. Κι άσε τη θέρμανση , αλλά έχει και Μουντιάλ εφέτος και οι διακοπές ρεύματος μπορεί να φέρουν επανάσταση.

ΠΗΓΗ